Wednesday, 06 March 2019 18:07

Γεωργία Ανδρέου: «Το θέμα δεν είναι να γίνουμε εμείς η εποχή μας, αλλά να κάνουμε την εποχή μας και τον κόσμο μας όπως εμείς τον θέλουμε»

Συνέντευξη της σκηνοθέτιδος Γεωργίας Ανδρέου στη Ράνια Παπαδοπούλου

Η «Λέσχη Γονεοκτόνων», η αμφιλεγόμενη και καυστική συλλογή διηγημάτων του Ambrose Bierce (1842-1913;) παρουσιάζεται δραματοποιημένη για πρώτη φορά στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης, για τρεις μόνο παραστάσεις( 21/2. 28/2. 7/3), σε σκηνοθεσία της Γεωργίας Ανδρέου. Η πρωτοτυπία της παράστασης έγκειται στο γεγονός ότι αποτελεί την πρώτη metal μουσική θεατρική παράσταση στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης, όπου οι Okwaho, εμφανίζονται ζωντανά επί σκηνής, επενδύοντας το αλλόκοτα υπέροχο κείμενο με doom sludge metal μουσική σε πρωτότυπη σύνθεση.

Η σκηνοθέτης, ηθοποιός, αρχαιολόγος  Γεωργία Ανδρέου ζει και δημιουργεί στην Αθήνα, ενώ, παράλληλα με το θέατρο, δραστηριοποιείται στην Ειδική Αγωγή. Είναι απόφοιτη του Τμήματος Αρχαιολογίας και Ιστορίας του Πανεπιστήμιου Ιωαννίνων, με μεταπτυχιακό τίτλο στη Διαχείριση Πολιτισμικής Κληρονομιάς. Έχει σπουδάσει υποκριτική στην Ανωτέρα Σχολή Δραματικής Τέχνης «Βεάκη» και είναι μέλος της Ένωσης Ελλήνων Σκηνοθετών, με δραστηριότητα στον χώρο του θεάτρου και της συγγραφής από το 2005. Έχει συμμετάσχει σε θεατρικές παραγωγές ως συγγραφέας, σκηνοθέτης, βοηθός σκηνοθέτη και ηθοποιός και έχει συνεργαστεί με θεατρικές ομάδες και θέατρα σε διάφορα μέρη της Ελλάδας, ενώ ποίησή της έχει μελοποιηθεί και ερμηνευτεί στην Αθήνα και τη Βιέννη (Μυsikverein Brahns-Saal). Πρόσφατες σκηνοθετικές της δουλειές είναι, «Πείνα» του Χαράλαμπου Γιάννου, στο Σπίτι της Κύπρου (θεατρικό αναλόγιο, 2016), «Τρεις Αδελφές» του Άντον Τσέχωφ, στο θέατρο “Τζένη Καρέζη” (2015) και «Η Κασσάνδρα και ο λύκος», της Μαργαρίτας Καραπάνου σε θέατρα στην Ελλάδα (2011 - 2012). Εκτός από τη «Λέσχη Γονεοκτόνων», αυτήν την εποχή βρίσκεται σε διαδικασία μελέτης και προετοιμασίας των επόμενων δύο έργων της τριλογίας για τη Βία και τη Βλακεία, καθώς και του εγχειρήματος «Νέκυια», ενός διαδραστικού, δια-καλλιτεχνικού και διεπιστημονικού εγχειρήματος βασισμένου στην τελετουργία του θανάτου.

Με αφορμή το ανέβασμα της «Λέσχης Γονεοκτόνων», μιλήσαμε με τη σκηνοθέτιδα Γεωργία Ανδρέου για την παράσταση, το έργο του Bierce, τη βία, την εξουσία, αλλά και όλα αυτά που συντελούν στο να οδηγηθεί ένας άνθρωπος στο κακό, αλλά και στο ακόμα χειρότερο.

-Η «Λέσχη Γονεοκτόνων» ανεβαίνει για τρεις μόνο παραστάσεις στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης. Ποια στοιχεία σας εξίταραν περισσότερο το ενδιαφέρον στο κείμενο του Bierce;

Γ.Α.: Η δύναμη, η οργή, ο κυνισμός και η καυστικότητα της πένας του Bierce. Πίσω από το ακραίο χιούμορ του, οι ιστορίες του γεμάτες αλληγορίες, συμβολισμούς και σοκαριστικές περιγραφές που αγγίζουν τα όρια της παρωδίας, φανερώνουν την αγωνία του για τη στηλίτευση της ανηθικότητας, της ύβρεως και της βιαιότητας. Μέσα από αυτά τα στοιχεία θέλησα να εκφράσω την προσωπική αγωνία για το ζοφερό παρόν και το δυστοπικό μέλλον που φαίνεται να διαγράφεται μπροστά μας. Κυρίως όμως να ουρλιάξω μαζί με όλα τα μέλη της «Λέσχης» μια κραυγή αφύπνισης για την αναζήτηση της ουσίας τόσο της ανθρώπινης ζωής όσο και των ηθικών και κοινωνικών αξιών. Ο Bierce μέσα από την ωμότητα και την παγερή ειρωνεία, στηλιτεύει τον εκφυλισμό και την κάθε λογής υποκρισία, έχοντας στη άκρη της γλώσσας του ένα απολαυστικά φαρμακερό κεντρί, ακονισμένο από την έκθεση σε ό,τι χειρότερο θα μπορούσε να κάνει ο άνθρωπος. Με αφοπλιστικό τρόπο περιγράφει έννοιες όπως: διαφθορά, απληστία, έλλειψη ηθικής, πνευματική θνησιμότητα, εξασθένιση ανθρώπινων ηθών, απόρριψη, απομόνωση, σαθροί οικογενειακοί δεσμοί, ευθύνη, αυτοαντίληψη, ταυτότητα, προσωπική πορεία προς το θάνατο. Η «Λέσχη Γονεοκτόνων» μου έδωσε τη δυνατότητα να παραστήσω μια σπονδυλωτή ανατομία της βίας και του ατέρμονου κύκλου της, του κοινωνικού μαρασμού και της σήψης κάθε μορφής εξουσίας. Μέσα από κάθε μία από τις τέσσερις ιστορίες αναλύεται κλιμακωτά και αντιστοίχως η κυοφορία, η γένεση, η οργάνωση και το ξέσπασμα της βίας, καθώς μετουσιώνεται σε εξουσία. Θέτοντας το ερώτημα τι διαφθείρεται τελικά πρώτα, η ατομική ή η συλλογική συνείδηση;

 01 lesxi goneoktonwn

-Πώς συνδέθηκε η doom sludge metal μουσική των Okwaho με το έργο;

Γ.Α.: Θέλησα να «ενορχηστρώσω» την παράσταση ως ένα σκοτεινό, παραβολικό ξέφρενο τραγούδι για την άγρια περιπέτεια της ενηλικίωσης, ατομικής και κοινωνικής, μια εγκάρσια τομή στην ανθρώπινη ψυχή και την κοινωνική παθογένεια. Η ιδέα ήταν μια αλληγορική αναπαράσταση της βίας και της νοσηρότητας που συναντάμε στην καθημερινότητά μας, παροτρύνοντας για ανάληψη ευθύνης και προσωπικής θέσης. Αναζητώντας το κατάλληλο μουσικό είδος για να επενδύσω το έργο, κατέληξα στη metal, το παρεξηγημένο, αιρετικό αυτό είδος σκληροτράχηλης μουσικής, ακραίο σε ένταση και δονήσεις, με την ιδιότητα που έχει να λειτουργεί ως μηχανισμός εκτόνωσης. Η doom sludge μουσική των Okwaho, αργόσυρτη, ογκώδης, σκληρή, γεμάτη σκοτεινές μελωδίες και οργισμένες νότες, παράγει έναν ήχο σαν να βγαίνει από τα έγκατα της γης ή μια μηχανή εργοστασίου, τις ερπύστριες ενός τανκς, ή τον τριγμό μιας ψυχής στο τσάκισμά της, και ταυτόχρονα διατηρεί τη μελωδικότητα και τη μουσικότητά της. Η ίδια η μπάντα, φέρει ένα ηχηρό πολιτικό μήνυμα και μια θέση που ταιριάζει στη δραματουργία του έργου. Βέβαια, ο ήχος τους για τις ανάγκες της παράστασης «μετακινήθηκε» προς το post metal, χωρίς ωστόσο να αλλοιώσουν το προσωπικό τους ύφος. Η μουσική της παράστασης έχει πολλά ατμοσφαιρικά περάσματα, μελωδικές και συναισθηματικές στιγμές, προσφέροντας ένα ηχητικό παράθυρο στον ψυχισμό των ηρώων, τις σκέψεις, τις επιθυμίες, τις εμμονές και τα πάθη τους. Εκφράζει τη βία της κοινωνίας, τις στιγμές που ο όχλος εξαγριώνει, ερεθίζει το συναίσθημα, σπρώχνει στην απόγνωση και τελικά οδηγεί στο ξέσπασμα. Μετουσιώνεται στο πλήθος, που καθρεφτίζει και καθρεφτίζεται μέσα από τον ήρωα, τον χρησιμοποιεί, τον κάνει αποδιοπομπαίο τράγο, εξιλαστήριο θύμα, ή θύτη. Επιχειρώντας ένα παραβολικό παιχνίδι με τον ήχο, η μουσική γίνεται πιο μελωδική και τρυφερή στις ιδιωτικές και επώδυνες ρωγμές του ρόλου, όταν ο ήρωας είναι τρωτός, αδύναμος, μια ύπαρξη κακοποιημένη. Ενώ γίνεται άγρια, βάναυση, επιθετική, όταν η βία ξεσπά, και ο ήρωας είναι πλέον πληγωμένος, θυμωμένος, απειλητικός, βίαιος και καταστροφικός. Και έπειτα, ένα άγριο, εκκωφαντικό, ανήμερο τραγούδι που οδηγεί στην εκτόνωση της εγκληματικότητας και την αποφόρτιση των αισθήσεων.

-Με ποιο τρόπο συνδεόμαστε στο σήμερα με το έργο του Bierce;

Γ.Α.:  Πάντα επίκαιρο το έργο του Bierce, προβληματίζει, θίγοντας την έκπτωτη κοινωνική, ηθική και πνευματική πραγματικότητα, τη σύγχρονη βία σε όλο τον κόσμο, τη νοσηρότητα και τον εκφυλισμό. Και τότε και τώρα, στο πλαίσιο μιας μεταβαλλόμενης κοινωνίας με συνεχείς ανακατατάξεις, η ηθική πτώση είναι συνοδή της αποσταθεροποίησης των συνεκτικών δομών της κοινωνίας και ακολουθεί τους κλυδωνισμούς της παραπαίουσας οικονομίας. Παρακολουθούμε τη βιαιότητα να  γεννάται και να καλλιεργείται «υπόγεια», μέσα από ατομικές και συλλογικές επιλογές, και ταυτόχρονα να επιβάλλεται, να νομιμοποιείται και να συντηρείται «επίγεια», σε μια αμφίδρομη σχέση. Υπερβαίνοντας το σοκ της βίας και της μωρίας, το έργο φέρει ένα δυνατό πολιτικό σχόλιο για την άνοδο και την καλλιέργεια ακραίων θέσεων και δυνάμεων. Αν σκεφτεί κανείς ότι το κείμενο γράφτηκε το β’ μισό του 19ου αιώνα, είναι εντυπωσιακή η ομοιότητα με τη σύγχρονη προβληματική του τοπικού και παγκόσμιου γίγνεσθαι. Τα τελευταία χρόνια, οι ζοφερές εικόνες από τα κείμενα του Μπιρς νιώθω να ζωντανεύουν μπροστά μας. Ακραίες πολιτικές τάσεις, επικίνδυνες ρητορικές, ασύδοτη εγκληματικότητα, γεωπολιτικές υπέρμετρες ανακατατάξεις, πολιτικά σκάνδαλα, εγκλήματα μίσους, πάθους, πολέμου, θρησκείας, διαφορετικότητας, ιδεολογίας, κάθε λογής θηριωδίες. Η βία, η σκληρότητα, η ανηθικότητα, η αγωνία, η οργή, η απόγνωση είναι έντονα εμφανείς, ή τουλάχιστον εγώ μπορώ πλέον να τις αντιληφθώ εντονότερα. Σήμερα, που η συζήτηση για τη βία και τη διαφθορά βρίσκεται στο επίκεντρο του δημόσιου και ιδιωτικού λόγου, η «Λέσχη Γονεοκτόνων» μοιάζει να αποτυπώνει ένα στιγμιότυπο της πραγματικότητας με ωμό, βάναυσο, κυνικό και σαρκαστικό τρόπο - δεν είναι απλά αποκύημα της νοσηρής φαντασίας μιας αμφιλεγόμενης ψυχοσύνθεσης. Αυτά που περιγράφει ο Bierce θα μπορούσαν κάλλιστα να είναι αποσπάσματα από το καθημερινό δελτίο ειδήσεων. Η ακρότητα των πράξεων και η αγριότητα των ηρώων είναι, στα δικά μου μάτια, σκηνές της βιωμένης καθημερινότητας, σε ένα τοπίο ζοφερό, δυστοπικό, ρημαγμένο. Η δύναμη της συνειδητοποίησης αυτής μας αφυπνίζει, υπενθυμίζοντάς μας ότι πάντοτε έχουμε και άλλη επιλογή.

-Το έργο είναι μία cult, γκροτέσκα, βιτριολική, παρανοϊκή, αλλά στέρεα αλλόκοτη μαύρη αλληγορία. Τι μπορεί να οδηγήσει έναν άνθρωπο στο κακό και στο ακόμα χειρότερο;

Γ.Α.: Στην «Λέσχη Γονεοκτόνων» παρακολουθούμε τους ήρωες να διαβρώνονται σταδιακά και σε συνάρτηση με την ψυχοσύνθεση του καθενός, προοδευτικά να επιδίδονται ανηλεώς σε πράξεις βίας και βανδαλισμού. Στην πρώτη ιστορία, η βία και η εγκληματικότητα είναι η καθημερινότητα του ήρωα, από την οποία ο ίδιος αδυνατεί να διαφοροποιηθεί. Καθορίζεται από το νοσηρό οικογενειακό περιβάλλον και τον σαθρό κοινωνικό του περίγυρο. Στην δεύτερη ιστορία, ο ήρωας στερημένος από τροφή και αγάπη, ματαιωμένος, δοκιμάζει το έγκλημα και διεκδικεί να καλύψει το κενό με τη σκληρότητα που έχει μάθει. Αντιλαμβάνεται ότι μπορεί να επωφεληθεί από τη βία και εγκληματεί προς όφελός του. Στην τρίτη ιστορία, ο ήρωας εγκληματεί συνειδητά και απροκάλυπτα, στα πλαίσια μιας κοινωνίας που συγκαλύπτει. Το έγκλημα είναι ένα μέσο διευθέτησης και απόδοσης δικαιοσύνης. Στην τελευταία ιστορία, το έγκλημα και η βία είναι τρόπος ζωής, καταδεικνύοντας τον παραλογισμό και τη γελοιότητα της εξουσίας. Η σπανιότητα των στέρεων και ασφαλών συναισθηματικών δεσμών, η έκπτωση των αξιών, η απουσία πνευματικής και ηθικής καλλιέργειας, σε ένα τοπίο παντελούς έλλειψης σεβασμού προς την ουσία της ανθρώπινης ύπαρξης και της ζωής, συνδημιουργούν έναν κενό χώρο – και αυτό το κενό έρχεται να καλύψει το «κακό». Οι ήρωες της «Λέσχης Γονεοκτόνων» καταγγέλλουν με ωμότητα πως, όταν η δομή της κοινωνίας καταρρέει, επικρατεί το απρόβλεπτο χάος. Αυτό που διαδραματίζεται μπροστά στα μάτια μας δεν είναι παρά το αποτέλεσμα αυτού που έχει ήδη καλλιεργηθεί, αυτού που η κοινωνία και η οικογένεια (ως συνεκτικός ιστός της) έχει επιτρέψει να δημιουργηθεί. Οι ίδιες οι κοινωνίες κυοφορούν και γεννούν αυτού του είδους τις συμπεριφορές, και οι ανθρώπινες επιλογές και δράσεις διαμορφώνουν τις κοινωνίες. Όταν ο άνθρωπος αισθάνεται πως το κανονιστικό πλαίσιο της κοινωνικής συμβίωσης περισσότερο του στερεί την υπαρξιακή ικανοποίηση παρά του την προσφέρει - τότε η σκέψη του μπορεί να στραφεί στο κακό, ή στο ακόμα χειρότερο… Η «Λέσχη Γονεοκτόνων» καταδεικνύει επιδέξια πώς οι ανθρώπινες συνειδήσεις διαφθείρονται από τις δυσλειτουργικές κοινωνικές συνθήκες, θέτοντας το ερώτημα, ποιος κάνει την αρχή;

06 lesxi goneoktonwn

- Η «Λέσχη Γονεοκτόνων» αποτελείται από τέσσερις ιστορίες. Ποιο είναι το σημαντικότερο στοιχείο της βίας που καυτηριάζει μέσω αυτών ο συγγραφέας;

Γ.Α.: Μέσα από τον κυνισμό, το μαύρο χιούμορ και την τρομακτική αδιαφορία με την οποία ξετυλίγονται οι ιστορίες του Bierce, θίγονται τα δεινά μιας κοινωνίας βουτηγμένης στη βία, στην οποία ο καθένας, δρώντας είτε ατομικά, είτε συλλογικά, με το προσωπείο της εξουσίας, είναι ικανός για τα πιο αποτρόπαια εγκλήματα και τις φρικαλέες πράξεις.  Η «Λέσχη Γονεοκτόνων» αποτελείται από τέσσερις ιστορίες – μονολόγους, μέσα από τους οποίους οι ήρωες αφηγούνται με ωμότητα, μακάβριο χιούμορ, παγερή ειρωνεία, και αξιοζήλευτη αυτοκυριαρχία, πώς σκότωσαν γονείς και λοιπούς συγγενείς, κάτω από συνθήκες μοναδικής αγριότητας. Αδίστακτοι, πνευματικά και ψυχικά προκλητικοί, διαστροφικά χαρισματικοί, βιαιοπραγούν με τον πιο βάναυσο τρόπο, ελπίζοντας να απεγκλωβιστούν από τις δυσκολίες που τους εμποδίζουν να πορευτούν όπως επιθυμούν στη ζωή, διεκδικώντας … μια ελευθερία (ύπαρξης και δράσης). Δημοσιογράφος στο επάγγελμα ο Bierce, και ένας από τους πρωτοπόρους του ρεπορτάζ, στα κείμενα του καυτηρίαζε ανελέητα την κάθε λογής υποκρισία και την εξουσία από όπου κι αν προέρχονταν - την Εκκλησία και τους θεματοφύλακες κάθε είδους θρησκείας, τους διεφθαρμένους πολιτικούς, τους κλέφτες και απατεώνες, τους υπερφίαλους καλλιτέχνες, τους τοπικιστές, τους άθεους, τους ηλίθιους και εν γένει τα καθάρματα κάθε βαθμίδας και κατηγορίας. Τολμώντας ένα συσχετισμό με τις μορφές εξουσίας που ασκούν βία, θα μπορούσε κανείς να αναγνωρίσει σε ένα προβολικό ταξίδι στο μέλλον των ηρώων, τη δύναμη των όπλων (στρατιωτική εξουσία), την χειραγώγηση της σκέψης (εξουσία του τύπου), την σφυρηλάτηση των συνειδήσεων (θρησκευτική εξουσία) και την εκ των ων ουκ άνευ, την πολιτική εξουσία.

- Όσον αφορά τη βία, όπως διερωτάται και ο Μπένγιαμιν, κατά πόσο είναι δυνατή μια διάκρισή της σε βία που υποτάσσει και σε βία που απελευθερώνει;

Γ.Α.:  Το φλέγον αυτό ερώτημα του Μπένγιαμιν, διατυπωμένο αμέσως μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και στην καρδιά μεγάλων κοινωνικών και πολιτικών ανατροπών, παραμένει επίκαιρο, καταδεικνύοντας τη διαχρονικότητα του φαινομένου της βίας, αλλά και τον ατέρμονο κύκλο της. Ο Μπένγιαμιν φαίνεται να καταλήγει ότι είναι όντως δυνατή μια τέτοια διάκριση. Έχοντας διατυπώσει την θέση ότι η βία βρίσκεται στον πυρήνα της ουσίας του νόμου και είναι σύμφυτη με την έννοια του δικαίου και κάθε κοινωνικού συμβολαίου, ούσα απαραίτητη αρχικά για να τα επιβάλει και εν συνεχεία πανταχού παρούσα για να τα διατηρεί, προχωρά τη σκέψη αυτή, συμπεραίνοντας ότι κάθε μορφή βίας είναι εν δυνάμει φορέας επανανομοθέτησης. Ως απελευθερωτική, απολυτρωτική βία, ο Μπένγιαμιν αντιτάσσει μία μορφή «αντι-βίας», η οποία δεν αποσκοπεί στην επίτευξη οποιουδήποτε οφέλους, συμφέροντος ή σκοπού, παρά μόνον στην ανατροπή της βίας που καθυποτάσσει.  Ωστόσο, είναι ίδιον της κυκλικότητας του φαινομένου και του φυσικού νόμου της δράσης - αντίδρασης: η δράση της βίας επισύρει την αντίδραση στην βία σε έναν επανατροφοδοτούμενο κύκλο, και μολονότι το πλαίσιο αλλάζει, το περιεχόμενο παραμένει το ίδιο. Στη συνέχεια της σκέψης του Μπένγιαμιν, οι ήρωες του Bierce έχουν το σθένος να γίνουν έστω και για μια στιγμή αυτεξούσιοι, έστω και για μια στιγμή να νομοθετήσουν για τον εαυτό τους. Πόσο επικίνδυνο είναι αλήθεια αυτό! Παραμένουν ωστόσο εγκληματίες. Η φιλοσοφία διερωτάται και η τέχνη προτείνει. Είτε θεσμική, είτε νομική, είτε αντιδραστική, είτε υποτάσσει είτε απελευθερώνει, η βία είναι βία. Είναι εντυπωσιακό πως ακόμα και ολόκληρες κοινωνικές ομάδες που συγκροτούνται (θεωρητικά) από έλλογα, σκεπτόμενα όντα, μεταμορφώνονται σε δολοφονικές παράλογες κοινότητες, ικανές για την πιο αποτρόπαιη βαρβαρότητα. Για μένα το μοναδικό ερώτημα είναι: πώς μπορούν οι άνθρωποι να επιβάλλουν στους συνανθρώπους τους τόση και τέτοια βία. Είναι δυνατόν να ξοδεύτηκαν εκατομμύρια χρόνια στην εξελικτική διαδικασία του πλανήτη μας, για να είναι το επιστέγασμα της δημιουργίας αυτό; Θα κλείσω δανειζόμενη τη ρήση του Μπένγιαμιν, «Τον άνθρωπο τον γνωρίζει μόνον όποιος τον αγαπά χωρίς ελπίδα». Και στην αγάπη, η βία δεν έχει καμία θέση. Αυτό άλλωστε υπηρετεί και η τέχνη. Σε μία ουσιαστικά ανθρώπινη κοινωνία όπου η συνύπαρξη των ανθρώπων γίνεται στην βάση της ελευθερίας και της αμοιβαιότητας, του σεβασμού και της αυτοαξίας, καμία βία, σε καμία περίπτωση και για κανέναν σκοπό δεν είναι αποδεκτή. Όταν αρχίσουν οι εξαιρέσεις και οι αποκλεισμοί, το παιχνίδι γίνεται πραγματικά επικίνδυνο.

- Η παράσταση αποτελεί το πρώτο μέρος της Τριλογίας για τη Βία και τη Βλακεία. Τι έπεται στη συνέχεια;

Γ.Α.:  «Ο Λαός των Μουνούχων», το πρωτόλειο και εξαίσιο αυτό έργο του Κώστα Βάρναλη, που στην εποχή του κατακρίθηκε ανενδοίαστα όσο κανένα άλλο, ώσπου να το αποκηρύξει ο ίδιος του ο δημιουργός και να περάσει στην αφάνεια. Θα παρουσιαστεί για πρώτη φορά στη σκηνή του θεάτρου ως ένα προφητικό, σκοτεινό, μουσικό θρίλερ. Ένα κοσμογονικό παραμύθι για την ανθρώπινη ιστορία από καταβολής κόσμου.

-Ένα θεατρικό έργο μπορεί να λειτουργήσει ως μια κραυγή αφύπνισης για αυτό που η κοινωνία έχει επιτρέψει να δημιουργηθεί;

Γ.Α.: Από καταβολής κόσμου, η αναπαράσταση είναι δομικό στοιχείο της ανθρώπινης φύσης ως προς τη μελέτη και κριτική θέση των έργων της. Ένα θεατρικό έργο είναι εξ ορισμού κοινωνός μηνυμάτων, μια πολιτική πράξη, και πιστεύω πως αν ο καλλιτέχνης δεν έχει κάτι να πει, καλύτερα να σωπαίνει. Η τέχνη οφείλει να ανοίγει παράθυρα στον κόσμο, να φωτίζει νέους δρόμους και να νοηματοδοτεί τις επιλογές μας, ακόμα κι αν φαίνεται να είναι «φωνή βοώντος εν τη ερήμω». Ακόμα κι αν βλέπεις την έρημο να απλώνεται μπροστά σου πολιτεία ολόκληρη, ως καλλιτέχνης έχεις χρέος να επιλέγεις το φως και την ελπίδα, να επιλέγεις τον έρωτα, τις ιδέες, την ομορφιά, να δίνεις νόημα στις πράξεις. Ο κύκλος της βίας μάς ακολουθεί από την αρχή της ιστορίας του ανθρώπου και το αμείλικτο ερώτημα είναι εμείς πως στεκόμαστε απέναντι στη βία και αν επιλέγουμε να σπάσουμε το κύκλο. Η τέχνη έχει τη δύναμη και τη θέληση να προσφέρει έναν κόσμο αλλιώτικο, «δι’ ἐλέου καὶ φόβου περαίνουσα τὴν τῶν τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν».

lesxi goneoktonwn woman

-Όταν ο κόσμος παίρνει ένα παραληρηματικό δρόμο, οφείλουμε να υιοθετήσουμε μία παραληρηματική οπτική, όπως αναφέρει ο Baudrillard;

Γ.Α.:  Για να καταλάβουμε το παραλήρημα μπορεί να χρειάζεται να δανειστούμε για λίγο ένα παραληρηματικό τρόπο αντίληψης. Αν επιθυμούμε όμως μια καλύτερη ζωή, τότε ο λόγος και η σκέψη μας θα πρέπει να έχει συνοχή, συγκρότηση και συναίσθηση.  Το θέμα δεν είναι να γίνουμε εμείς η εποχή μας, αλλά να κάνουμε την εποχή μας και τον κόσμο μας όπως εμείς τον θέλουμε - και για μένα οφείλει να είναι διαυγής, υγιής, θεραπευμένος, απαλλαγμένος από νοσηρότητες, εκφυλισμό και εχθρότητα. Είναι αλήθεια ότι ζούμε σε μια μεταβατική ιστορικά περίοδο, το τέλος ενός κόσμου. Θέλω να πιστεύω ότι μετά το σοκ και το μούδιασμα των τελευταίων ετών, η κοινωνία, που περιγράφεται ως η «υπερπραγματικότητα» των ψηφιακών και μιντιακών παραμορφώσεων και του εικονικού, θαμπωμένη και παραπλανημένη, μια κοινότητα «παροξιστικής αδιαφορίας», με τα λόγια του Baudrillard, αφορά παρελθούσες δεκαετίες και τάσεις. Επιλέγω να πιστεύω στο ξύπνημα της άνοιξης, της νιότης, την αποτίναξη του μεταστάντος κόσμου, την ηθική και πνευματική ανάταση, την αναγέννηση του ανθρώπινου είδους. Πιστεύω στον άνθρωπο - αλλιώς τίποτε από όλα αυτά δεν θα είχε νόημα. Στο παραλήρημα αντιπροτείνω την πλατωνική θεώρηση «Κάπως έτσι σκέφτηκα και εγώ και φοβήθηκα μήπως τυφλώσω εντελώς την ψυχή μου με το να κοιτώ τα πράγματα με τα μάτια μου και με το να προσπαθώ να τα αγγίζω με όλες τις αισθήσεις μου. Θεώρησα λοιπόν ότι έπρεπε να καταφύγω στους λόγους και μέσα σ’ αυτούς να εξετάσω την αλήθεια των πραγμάτων». (Πλάτων, Φαίδων 99d-e).

Η «Λέσχη Γονεοκτόνων» του Ambrose Bierce, σε σκηνοθεσία Γεωργίας Ανδρέου ολοκληρώνει τις παραστάσεις αυτή την Πέμπτη 7 Μαρτίου στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης.

Περισσότερες πληροφορίες για την παράσταση αναζητήστε στο:

http://culturepress.gr/index.php/theatre/item/83-lesxi-goneoktonon-sto-imk